nocturne
το φεγγάρι είναι πάνω από το σπίτι σου το σχήμα και το φως του ορίζουν την απόσταση από το μπαλκόνι σου στο κρεββάτι μου αυγουστιάτικη νύχτα και πρωτομηνιά το φεγγάρι είναι πάνω από το σπίτι μου και αν κοιτάξω πίσω μου στο βάθος ένα αστέρι ορίζει την απόσταση από το μπαλκόνι μου στο κρεββάτι σου αυγουστιάτικη νύχτα και πρωτομηνιά
μεγαλύτερη απόσταση δεν γνώρισα από το βλέμμα μου προσπαθώντας να συναντήσει το δικό σου περιπλανώμενο οπουδήποτε παρά σε μένα δεύτερο φεγγάρι στο τελείωμα του αυγούστου μεγαλύτερη απόσταση δεν γνώρισα υπό το βλέμμα σου προσπαθώντας να συναντήσει το δικό μου περιπλανώμενο οπουδήποτε παρά σε εσένα δεύτερο φεγγάρι στο τελείωμα του αυγούστου
ομορφότερη γίνεσαι σου είπα μάκρυναν τα μαλλιά σου είπες το προφίλ σου προβάλλοντας είναι το δυνατό σου σημείο πιστεύεις πάντα αύγουστος μέχρι την τελευταία νύχτα ομορφότερη γίνομαι μου είπες μάκρυναν τα μαλλιά μου είπα το προφίλ μου προβάλλοντας είναι το δυνατό μου σημείο πιστεύω πάντα αύγουστος μέχρι την τελευταία νύχτα
Αντικείμενα τοποθετημένα στο χώρο με διάθεση χαλαρή αντικριστοί καναπέδες σε απόσταση ικανή χαμηλός φωτισμός άτονος εύκολα τον συνηθίζει το μάτι πίνακες κρεμασμένοι στους τοίχους περιμετρικά σαν παγωμένοι καθρέπτες με μόνιμες αντανακλάσεις κενό αέρος απουσία ήχου nature morte ανάμνηση ερωτισμού αναδύεται από το ύφασμα των μαξιλαριών που ξάπλωνε το σώμα της και άπλωνε τα μαλλιά της μόλις χθες το σχήμα της απουσίας της με πληρώνει δεν μπορούσα να το φανταστώ όπως το μάρμαρο που γυαλίζει στο δάπεδο που πατώ μάρμαρο είναι και στου Απόλλωνα το Ιερό αγάλματα από μάρμαρο είμαστε και εμείς άλλοτε ψυχρά με θαυμασμό να τα παρατηρούμε για το κάλλος τους άλλες φορές να ζωντανεύουν απλά ανοίγοντας τα χέρια μας για να τα αγκαλιάσουμε δοσμένοι στην υπέρτατη ανάγκη της ανθρώπινης φύσης μας για αγάπη.
άμισθοι πολιτικοί λειτουργοί της κοινωνίας ιδεολόγοι θεωρητικοί αναχωρητές της εξουσίας παραιτηθέντες του κρατικού μισθού ως πατέρες άγιοι του έθνους «ἑαυτούς καί ἀλλήλους και πάσαν τήν ζωήν υμών Marx, Kant, Makiaveli, Hadikton και λοιπών των Θεών σας παραθέσατε»
έκπτωτοι από τον παράδεισο πέσαμε από τον ουρανό δεν θυμόμαστε πια ήταν η στιγμή που αμφισβητήσαμε τον Θεό όπου και να πάμε να κρυφτούμε ο κάθε τόπος μας θυμίζει τον κόσμο μας ζούμε σαν σκιές δεν υπάρχει τίποτα που να μπορεί να μας εμπνεύση
Τα μεγάλα Αλμπατρός πετούν πάνω από τις θάλασσες και για έξι μήνες μερικές φορές πριν πατήσουν ξηρά αν μπορούσαν θα πετούσαν για πάντα θα γεννιόνταν στον αέρα στις πλάτες των γονιών τους θα μεγάλωναν πριν ανοίξουν τα φτερά τους των δύο μέτρων και σκιάσουν κομμάτια μπλε της θάλασσας
πλάτη το
μόρφωμα του
τέρατος που είναι το
αντικριστό
βουνό στο φως το
αλλόκοτο
λευκό
και ιδρώνει το σώμα
Sol omnibus lucet
Δροσιά αγαπημένο
μπλε
και αλμυρό στην γεύση
mare nostrum
Υπάρχει ένα μέρος που
οι πεταλούδες είναι λουλούδια
- γιατί είναι τόσα τα χρώματα τους
και όμορφα που τα λουλούδια είναι πεταλούδες
Είμαστε ίδιοι
Πηνελόπη
γεννημένοι να υπομένουμε
να αναμένουμε
έναν Οδυσσέα
Αν σου αρέσει
το
χαμόγελο μου
άστο να σε
κοιτά
σαν ξυπνάς το πρωί
Είναι σαν να πετώ σε έναν συμπυκνωμένο
ουρανό
Είμαι πάντα έτοιμος τότε να παραδοθώ
στο νερό
Ως πότε η νύχτα?
Για πάντα
μέχρι που θα μας περιβάλλει
Η ζωή είναι κούραση αφού ελπίζουμε
Περιμένω να με λούση το φώς μετά το σκοτάδι
Η αυγή, το ξημέρωμα, η αρχή μετά το τέλμα
Να με φωτίσει, να με ζεστάνει, να με κάψει
να αλλάξω δέρμα
για να σου αρέσουν
κοίταζα την ώρα συνέχεια να περνά
άκουγα μέσα στην ησυχία μήπως ερχόσουν
Χαμογελώ,
έχω τον δικό μου Σιρανό
Όχι πως εγώ είμαι αχρείος
Βλέπεις έναν άνθρωπο και αγαπάς την εικόνα, τον χώρο που καταλαμβάνει στο φώς,
πότε ορίζεται η στιγμή
Η επιθυμία είναι η εικόνα επεξεργασμένη απο το ένστικτο,
αλλά είναι αλήθεια
η ιστορική εν δυνάμει αναδρομικότητα του στίχου,
συνδέει τα στοιχεία της ζωής μας και μας κρίνει
μουδιάζει το σώμα πρώτα απο τα άκρα
σαν αρρώστεια στο αίμα και το κεφάλι βαρύ,
μυρμηγκιάζει, συνθλίβεται απο τις σκέψεις,
τις ανάγκες, τους φόβους, την μοναξιά
Όταν άφησες τα μαλλιά σου να πέσουν ταλαντεύκηκε οτι είμαι μαζί τους
Γυναίκα εσύ του Χρόνου σταμάτημα
Μου ' γινες Λόγος να πιστέψω, ν' απλώσω την σκιά μου
ν' άρω τους οφθαλμούς
Επειδή και μόνο σκέπτομαι εσένα
Για την στιγμή που στ' αυτί θα σου απαγγέλω με ζεστή φωνή
Έχει καταντήσει, δηλαδή πιο κάτω δεν πάει, βαρετό να μ' ακούω να μιλώ
Να σιγήση το στόμα, να το βούλωνα το ρημάδι, την ησυχία επιθυμώ
Σπίτια αισχρά η πόλης ωχρά, οπτικά προσκόματα, εμπόδια στο Νού
Τετριμένες συναντήσεις, τα ίδια και τα ίδια, καθημερινότητα παντού
Ορμονικές διαταραχές,το χάνουμε σιγά σιγά, χρονικό στένεμα
Όλα μαζί, επιβολή, χρώμα, σώμα, πίστη και τίποτα, το πλάνεμα
Μιλάει η φωτιά στο τζάκι, Μαλακώνει σκέψεις,
χαλαρώνει τον Νού, δημιουργώ την εικόνα
Είναι το κράτος της σκέψης η ομορφία της ή
η βία της είναι στην έκφραση της, στον Λόγο
Πίεση στην υπόφυση και παραμόρφωση στο κρανίο
Τρίβω τις παλάμες να καούν, επίθεμα στο πρόσωπο μου
Πρέπει να μάθω ν' αναπνέω
κάποιος δάσκαλος να με μάθη να ζώ
Το πιο ωραίο είναι αυτό
Να ξαπλώνω να κοιμηθώ
Μια μορφή ένα πρόσωπο να συγκρατώ
Μακριά δάκτυλα Αριστοκρατικά λεπτή
Ποθητή μελαχροινή Υπέροχα ψηλή
Ποιήματα να γράφω είναι αφορμή
Έχουν πει για αυτόν πως ποτέ δεν έχει αγαπήσει...
Μου συμβαίνει πια να μην αγαπώ
Έχω αγαπήσει όμως. Έχω αγαπηθεί.
Πιο ωραίοι, Πιο όμορφοι, να είμαστε πρέπει
Απο τα πράγματα που μας ανήκουν
Οχι τα πράγματα να μας κάνουν ωραίους, όχι όμορφους
Η νύχτα είναι η ερωμένη, η νύχτα με αγαπά
της ανταποδίδω λοιπόν
Ανταποδίδω με ένα χείμαρο συναισθημάτων εξίσου σκοτεινών
Δεν είμαι, δεν ορίζωμαι παρά την νύχτα
Πότε είναι νύχτα
Οι συνθήκες μας μεταμορφώνουν
Στον πόλεμο γινόμαστε κτήνοι
Ακούω ξανά τα κύματα καθώς ηχοκροτούν στον αιγιαλό
Σαν να πέρασε το καλοκαίρι.
Φορέσαμε τα μακρυμάνικα και κλειστά παπούτσια και
ευχόμασταν χαρούμενοι πως είμαστε.
Αγαπώ το τώρα, μέθυσος
Αγαπώ την πρώτερη γεύση
και την μετά επίγευση
Τι χαρά, Χαρά που μ' έδωσες
Ένα γραπο μύνημα, ένα πουλάκι μου το ´πε
Για 'σένα δεν θα κοιμοιθώ κι' απόψε
Τι σύνορα μπορώ στην σκέψη μου να βάλω
Συμβιβασμένα πόσο, κοινωνικά
οργανωμένη αντίληψη έχω
Τι ησυχία Θέε μου, ακούω τις σκέψεις μου
Ακούω την φωνη σου, η εικόνα σου με καταλαμβάνει
Τι γυναίκα Θέε μου, στα εικοσιτρεία
Το υπερρεαλιστικό της ανάμνησης, αναπάντεχα ακραίο
Το βάρος του εαυτού μου έπεσε πάνω στους ώμους του εγώ μου
Έχω χάση την όποια πίστη και αν είχα και αντικατέστησα την με ένα σύνολο μη αξιών
Με κέντρο εμένα και ομόκεντρους κύκλους να επεκτείνονται όπως οι κύκλοι που σχηματίζονται στο νερό όταν ρίξουμε κάτι
Το κάτι είμαι εγώ
Σε αγαπώ μέχρι τότε
που θυμάμαι οτι σε αγαπούσα
Σε αγαπώ για αυτά
που θυμάμει να σε αγαπούσα
Πόση μοναξιά μπορεί ν' αντέξει ένας άνθρωπος
Φαίνεται σαν κοινός τόπος η ερημιά και η ανάγκη
Πόσο μετριέται ο πόνος των πραγμάτων
Πιστεύω στην ανθρώπινη ευαισθησία
Στην καλή προαίρεση όλων, καθώς και
στην φυσική ροπή μας για το αγαθό. το εύ
Άσπρη σελίδα κενό χαρτί
η μορφή, το περιεχόμενο, η μουσική
Για τους συνθέτες, ζωγράφους, τους ποιητές
και λογιών, λογιών, μικροπωλητές
Η Μεγαλούπολη του τότε, η επαρχία του τώρα
μετά απο δύο δεκαετίες με τις αναμνήσεις μου
ως παιδί της νύχτας στην μεγαλούπολη ξέρω τώρα
ό,τι είναι η πόλη η επαρχιακή το ίδιο
Πέρα απ' την φθορά του χρόνου
Αναλείωτη η ανάμνηση και η αλήθεια, μου έχουν μείνει
Το φώς απ' τα γαλάζια μάτια σου ποτέ δεν έχει σβήσει
Ανατέλλων φεγγάρη, στην ησυχία της νύχτας
απένατνι μου το στολισμένο βουνό
το σύνορο του πριν και του τώρα
Σύναξε τα ζωντανά στο Μαντρί
αύριο πάλι ελεύθερα θα ' ναι
το κάλεσμα του Αυλιστή, η γνώριμη φωνή, ο ήχος ο εντολέας
Συνέχισε την ζωή, το κάθε αύριο άλλη μια ελπίδα
να βγείς, να πορευτείς, παρέα, αγνά κ' ωραία
1.
Που είναι τα Μαντολίνα
τα τραγούδια απο γλυκόλαλες Αϊδόνες
- τα γάργαρα νερά μεθυστικά γλύφουν τα βραχάκια. καθώς'
την ροή απ' το ρυάκι ακολουθούν -
1.
Βγάζω, αφαιρώ,
τα γυαλιά μου, απο την βάση στήριξης, την μύτη μου
Να πω την αλήθεια,
μου είναι όλα πιο ωραία
Η μυωπική μου όραση, δίνει σε αυτά που βλέπω
μια οπτική αφαιρετική
Απ' τα Βουνά κατάβηκες
Στα πεδινά είσαι τώρα